ονύχινος


ονύχινος
ὀνύχινος, -η, -ον (Α) [όνυξ, -υχος (II)]
1. αυτός που είναι κατασκευασμένος από τον ημιπολύτιμο λίθο όνυχα
2. αυτός που είναι όμοιος με τον λίθο όνυχα
3. (κυρίως για ένδυμα) αυτός που έχει χρώμα όνυχα
4. φρ. «ὀνύχινον ἔλαιον» — ελαιώδες παρασκεύασμα από την αρωματική ουσία όνυξ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀνύχινον — ὀνύχινος made of onyx masc acc sg ὀνύχινος made of onyx neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνυχίνη — ὀνύχινος made of onyx fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνυχίνην — ὀνύχινος made of onyx fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχινα — ὀνύχινος made of onyx neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχινοι — ὀνύχινος made of onyx masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.